Συχνές Απορίες – Griechische Orthodoxe Kirche

Spende

Vielen Dank, dass Sie sich für die Möglichkeit einer Online-Spende interessieren!

Hier können Sie ganz problemlos online spenden.
Ob 15 €, 25 € oder 50 € – wie viel Sie letztendlich spenden, bleibt natürlich Ihnen überlassen, wir sind für jeden Betrag dankbar. Eine Spendenbestätigung erhalten sie gleich online zum ausdrucken.

Selbstverständlich unterliegen alle Ihre Daten strengster Vertraulichkeit.

Der „freiwillige Beitrag“ ist eine Spende und kann bei der Steuerklärung entsprechend geltend gemacht werden.

Danke für Ihre Unterstützung! Wir wünschen Ihnen Gottes reichen Segen!
Ihr Erzprister Georgios Makris

Hinweis: Der Mindestbetrag für eine Spende ist 5 Euro.

5.00
Personal Info

Terms

Donation Total: 5.00€

Συχνές Απορίες

Συχνές Απορίες

Τι σημαίνει ΙΕΡΑ ΠΑΡΑΔΟΣΗ;

Τα βιβλία της Καινής Διαθήκης άρχισαν να γράφονται είκοσι περίπου έτη μετά την Ανάσταση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, το τελευταίο από αυτά συγγράφηκε περί το 90 μ.Χ.. Έως ότου λοιπόν γραφούν όλα τα βιβλία της Καινής Διαθήκης και αποτελεσθεί ο Κανόνας (η συλλογή των βιβλίων) της Κ. Διαθήκης, η διδασκαλία του Κυρίου και των Αποστόλων παραδιδόταν από στόμα σε στόμα προφορικά. Επιπλέον στα Ευαγγέλια και τα άλλα βιβλία της Κ. Διαθήκης δεν γράφτηκαν όλα όσα δίδαξε και είπε και έκανε ο Κύριος. Όπως γράφει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, υπάρχουν ακόμη:«καὶ ἄλλα πολλὰ ὅσα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἅτινα ἐὰν γράφηται καθ’ ἕν, οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία» (Ιωάν. κα΄25). Είναι , λέει, τόσο πολλά αυτά που έκανε και είπε ο Ιησούς Χριστός, ώστε, εάν γράφονταν ένα-ένα λεπτομερώς δεν θα χωρούσαν όλα τα βιβλία του κόσμου. Γραπτώς αλλά και προφορικώς λοιπόν παραδόθηκαν από τους αγίους Αποστόλους στους διαδόχους τους και από εκείνους στους δικούς τους διαδόχους και έφθασαν μέχρι σε μας αυτές οι διδασκαλίες. Σαφώς το γράφει αυτό ο απόστολος Παύλος προς τους Χριστιανούς με τα εξής: «Στήκετε, καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις ἃς ἐδιδάχθητε εἴτε διὰ λόγου (προφορικώς) εἴτε δι’ ἐπιστολῆς (γραπτώς) ἡμῶν» (Β΄ Θεσσαλ. β΄ 15). Αποτελούν οι άγραφες αυτές και προφορικώς παραδεδομένες αποστολικές διδασκαλίες μαζί με τα θεόπνευστα βιβλία, που συνέγραψαν οι μαθητές και Απόστολοι του Κυρίου, τη λεγόμενη Ιερά Αποστολική Παράδοση, η οποία είναι η βάση και το θεμέλιο της διδασκαλίας της Ορθοδόξου Πίστεως.

Αυτή η άγραφη καταρχάς ιερή Αποστολική Παράδοση λίγο-λίγο στους κατόπιν αιώνες συστηματοποιήθηκε από τους αγίους Πατέρες της Εκκλησίας και διατυπώθηκε γραπτώς και περιλήφθηκε στους δογματικούς όρους και τους κανόνες των αγίων Οικουμενικών Συνόδων. Σε τούτο συντέλεσε και το ότι με την πάροδο των ετών άρχισαν να διαδίδονται μεταξύ των Χριστιανών εσφαλμένες και ψευδείς διδασκαλίες. Τότε λοιπόν οι Επίσκοποι της Εκκλησίας μαζεύονταν και συγκροτούσαν Οικουμενικές Συνόδους. Με οδηγό τη γραπτή διδασκαλία της Αγίας Γραφής και τη γραπτή ή άγραφη διδασκαλία της Αποστολικής Παραδόσεως, υπό την έμπνευση, το φωτισμό και την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος εξέταζαν τις νεοφανείς αιρετικές διδασκαλίες και καταδείκνυαν το ψεύδος και την πλάνη που υπήρχαν σε αυτές και τις καταδίκαζαν. Έτσι διατύπωναν βάσει της Αγίας Γραφής και της Αποστολικής Παραδόσεως τα δόγματα και τους όρους της Πίστεως. Κάθε διδασκαλία, η οποία δεν ήταν σύμφωνη προς όσα οι άγιοι Απόστολοι δίδαξαν είτε γραπτώς είτε προφορικώς, καταδικαζόταν. Με τον τρόπο αυτόν, η Ιερή Παράδοση πλουτιζόταν τώρα πλέον με τις εν Αγίω Πνεύματι αποφάσεις των Αγίων Οικουμενικών Συνόδων. Στις Οικουμενικές Συνόδους έλαβαν μέρος μεγάλοι της Εκκλησίας Πατέρες, όπως ο Μέγας Αθανάσιος στην πρώτη το 325 μ.Χ. στη Νίκαια, ο Θεολόγος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός στη δεύτερη το 381 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη κλπ.. Αλλά και όταν αυτοί για οποιονδήποτε λόγο δεν ήταν παρόντες, λαμβάνονταν σοβαρά υπόψιν τα συγγράμματά τους και η διδασκαλία τους μέχρι σημείου, ώστε ολόκληρη η έκτη Οικουμενική Σύνοδος να υιοθετεί γνώμες και κανόνες του Μεγάλου Βασιλείου και να γράφει στον 102ο κανόνα της ότι διατυπώνει την απόφασή της: «καθώς ὁ ἱερός ἡμᾶς ἐκδιδάσκει Βασίλειος».

Τοιουτοτρόπως η Ιερά Παράδοση βάσει πάντοτε της Αγίας Γραφής και της Αποστολικής Παραδόσεως και της λατρευτικής ζωής της ολοένα αναπτυσσομένης Εκκλησίας ολοκληρώθηκε και συμπληρώθηκε τον όγδοο αιώνα με την έβδομη Αγία και Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας το 787 μ.Χ.. Έτσι σύμφωνα με τη ζωή της Εκκλησίας και τη διδασκαλία της Αγίας Γραφής και της Αποστολικής Παραδόσεως απαρτίσθηκε η ιερή Εκκλησιαστική Παράδοση, η οποία περιλαμβάνει και μερικά τα οποία δεν αναφέρονται μεν συγκεκριμένα στην Αγία Γραφή, είναι όμως σύμφωνα με τη διδασκαλία της.

ΤΙ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ Η ΙΕΡΑ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Η Ιερή Παράδοση περιέχει ό,τι διαλαμβάνει και διδάσκει και η Αγία Γραφή, αλλά και κάτι περισσότερο, μερικά που, όπως και παραπάνω είπαμε, δεν τα έχει η Αγία Γραφή. Να αναφέρουμε μερικά προς κατατόπισή μας. Το να κτίζουμε τις εκκλησίες μας και να προσευχόμαστε κατά Ανατολάς δεν το λέει η Γραφή, είναι της Παραδόσεως. Ομοίως το να κάνουμε το σημείο του Σταυρού, και αυτό της Παραδόσεως είναι. Η τέλεση του Βαπτίσματος, όπως γίνεται, η ευλογία του ύδατος της ιερής κολυμβήθρας, ο νηπιοβαπτισμός, η χρίση του βαπτιζομένου με άγιο έλαιο, η τριττή κατάδυση στο νερό της κολυμβήθρας, η χρίση και σφράγιση του βαπτισθέντος με το Άγιο Μύρο, της Παραδόσεως είναι και αυτά. Από την Παράδοση επίσης είναι ο τρόπος, κατά τον οποίο τελείται η θεία Λειτουργία, όπως και οι διάφοροι λειτουργικοί τύποι, οι ευχές της αγίας Αναφοράς και του καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων, ο τρόπος της κοινωνίας των πιστών. Ακόμη οι νεκρώσιμες ακολουθίες, τα μνημόσυνα, τα μνημονεύματα ζώντων και τεθνεώτων και άλλα. Όλα αυτά τα διδασκόμαστε από την άγραφη, όπως ήταν στην αρχή, Παράδοση. Και για τα μνημόσυνα λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Οὐκ εἰκῆ ταῦτα (όχι δηλαδή τυχαία και άσκοπα) ἐνομοθετήθη ὑπό τῶν Ἀποστόλων τό ἐπί τῶν φρικτῶν μυστηρίων μνήμην γίνεσθαι τῶν ἀπελθόντων».

Αυτή λοιπόν η Ιερή Παράδοση, η οποία περιλαμβάνει την Αποστολική Παράδοση και την Εκκλησιαστική Παράδοση, είναι η δεύτερη πηγή της Ορθοδόξου πίστεως. Σαν επίλογος και επισφράγιση τρόπον τινά της Ιερής Παραδόσεως τέθηκαν από την έβδομη Οικουμενική Σύνοδο οι εξής λόγοι: «Οἱ προφῆται ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν, ἡ Οἰκουμένη ὡς συμπεφώνηκεν… ὁ Χριστός ὡς ἐβράβευσεν, οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω λαλοῦμεν, οὕτω κηρύσσομεν… Αὕτη ἡ πίστις τῶν Ἀποστόλων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Ὀρθοδόξων, αὕτη ἡ πίστις τήν οἰκουμένην ἐστήριξε».

Την Ιερή αυτή Παράδοση, έτσι όπως διαμορφώθηκε οριστικά και τελικά και έκλεισε με την έβδομη Οικουμενική Σύνοδο, μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει ως πηγή της διδασκαλίας της γνήσια και ισόκυρη της Αγίας Γραφής. Μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία. Διότι οι μεν Προτεστάντες έχουν απορρίψει τελείως την Ιερή Παράδοση και αρκούνται μόνο στην Αγία Γραφή. Και επειδή δεν έχουν ως οδηγό της ερμηνείας της Αγίας Γραφής την Ιερή Παράδοση, έχουν περιπέσει σε πλήθος κακοδοξιών και είναι διηρημένοι σε εκατοντάδες κοινοτήτων και παραφυάδων. Οι δε Ρωμαιοκαθολικοί (Παπικοί) και μετά την έβδομη Οικουμενική Σύνοδο πρόσθεσαν νέα δόγματα, τα οποία ή είναι σαφώς αντίθετα προς την Αγία Γραφή και την Ιερή Παράδοση (όπως είναι το δόγμα τους ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται «και εκ του Υιού», το περίφημο filioque), ή δεν μαρτυρούνται και δεν στηρίζονται ούτε στην Αγία Γραφή ούτε στην Ιερή Παράδοση των οκτώ πρώτων αιώνων.

Μόνο λοιπόν η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει τις δύο αυτές θείες και ουράνιες πηγές της διδασκαλίας της, την Αγία Γραφή και την Ιερή Παράδοση. Και η μεν Αγία Γραφή είναι γνωστή σε όλους. Της δε Ιερής Παράδοσης συντομότατη και περιληπτική έκθεση είναι το ιερό Σύμβολο της Πίστεως, το «Πιστεύω».

Τί ονομάζουμε ΕΚΚΛΗΣΙΑ;

Η Εκκλησία είναι παγκόσμια κοινότητα ανθρώπων, το σύνολο των πιστών του Θεού που λατρεύουν το Χριστό ως Σωτήρα μέσω της λειτουργίας των μυστηρίων και της Αγίας Γραφής, διακονούν και αγαπούν τον συνάνθρωπο μέσω των καλών πράξεων και προσευχών, όπως ο Χριστός θέλει.

Η Εκκλησία αρχίζει επίσημα επί γης την παρουσία της με την ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ, όταν το Άγιο Πνεύμα κατέβηκε στους αποστόλους. Συνεχίζει το έργο της στις μέρες μας και θα συνεχίζει στους αιώνες των αιώνων.

Η Εκκλησία είναι:

  • ΜΙΑ γιατί στηρίζεται στην ενότητα του Ενός Θεού. (Πατέρα, Υιού και Αγίου Πνεύματος)
  • ΑΓΙΑ γιατί ο Θεός είναι Άγιος.
  • ΚΑΘΟΛΙΚΗ γιατί ζει την πληρότητα της Θείας Αλήθειας και περιλαμβάνει όλους τους πιστούς Χριστιανούς, όλων των εποχών και από όλα τα μέρη του κόσμου.
  • ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ γιατί διατηρεί ανόθευτη και απαραχάρακτη την Αποστολική διδασκαλία και Παράδοση.

Το Σύμβολο της Πίστεως (ΠΙΣΤΕΥΩ) και η ερμηνεία του

Το Σύμβολο της Πίστεως είναι σύντομη ομολογία της πίστεώς μας μέσα στην οποία παρουσιάζονται περιληπτικά, με σαφήνεια και αυθεντικά τα βασικά δόγματα του χριστιανισμού.

Το «Πιστεύω» το λέμε κυρίως στο Μυστήριο του Βαπτίσματος αλλά και στις άλλες ακολουθίες. Με αυτό αναγνωρίζονται οι βαπτισμένοι από τους αβάπτιστους.

Στην αρχή υπήρχαν πολλά Σύμβολα: των Αποστόλων, του Αγίου Αθανασίου κ.λ.π. Αυτό που έχουμε σήμερα λέγεται Σύμβολο της Νίκαιας και της Κωνσταντινούπολης γιατί θεσπίστηκε στις Α΄ και Β΄ Οικουμενικές Συνόδους και είναι το μοναδικό που χρησιμοποιούν όλες οι χριστιανικές ορθόδοξες ομολογίες. Αναφέρεται περιληπτικά σε αυτά που πρέπει να πιστεύει κάθε ορθόδοξος χριστιανός.

Αποτελείται από 12 άρθρα (στίχους). Τα 7 πρώτα έγιναν στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο. Τα υπόλοιπα 5 στη Β΄. Στα 9 πρώτα άρθρα κυριαρχεί το ρήμα ‘πιστεύω’, στο 10 το ρήμα ‘ομολογώ’, στα 11 κ 12 το ‘προσδοκώ’.

Το 1ο άρθρο αναφέρεται στον Πατέρα

Τα άρθρα από 2ο μέχρι το 7ο στον Υιό.

Το 8ο στο Άγιο Πνεύμα

Το 9ο στην Εκκλησία.

Το 10ο στο Βάπτισμα.

Το 11ο στην Ανάσταση των νεκρών.

Το 12ο στην Δευτέρα Παρουσία.

ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ
ΚΕΙΜΕΝΟ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ

1. Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα, παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων.

Πιστεύω, ως ορθόδοξος Χριστιανός, σε έναν Θεό, Πατέρα, Κυρίαρχο του παντός, που δημιούργησε από το μηδέν και με απόλυτη ελευθερία και αγάπη τον ουρανό και τη γη. Δημιούργησε, δηλαδή, τόσο τον ορατό και υλικό, όσο και τον αόρατο και πνευματικό κόσμο.

2. Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων˙ Φως εκ Φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού, γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι’ ου τα πάντα εγένετο.

Πιστεύω και σ’ έναν Κύριο, τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό, που είναι ο μονογενής Υιός του Θεού Πατέρα
και Γεννήθηκε απ’ Αυτόν προαιωνίως. Είναι φως, όπως και ο Πατέρας Του. Είναι αληθινός Θεός, επειδή γεννήθηκε από τον αληθινό Θεό. Ο Υιός δεν είναι δημιούργημα ή κτίσμα του Θεού, όπως πίστευαν διάφοροι αιρετικοί, αλλά έχει την ίδια Θεία ουσία με τον Πατέρα (είναι «ομοούσιος») και τα πάντα δημιουργήθηκαν δια του Υιού.

3. Τον δι’ ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος άγιου και Μαρίας της Παρθένου και ενανθρωπήσαντα.

Ο Υιός του Θεού, για τη δική μας σωτηρία, κατέβηκε από την ουράνια δόξα Του στη γη και έλαβε σάρκα, όμοια με τη δική μας, από την Παρθένο Μαρία με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Έγινε δηλαδή άνθρωπος όμοιος σε όλα μ’ εμάς, εκτός από την αμαρτία και έζησε σε συγκεκριμένο χρόνο πάνω στη γη.

4. Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου και παθόντα και ταφέντα.

Σταυρώθηκε, έπαθε και τάφηκε για μας, όταν ρωμαίος επίτροπος της Ιουδαίας ήταν ο Πόντιος Πιλάτος.

5. Και αναστάντα τη τρίτη ήμερα κατά τας Γραφάς.

Και αναστήθηκε, σύμφωνα με την Αγία Γραφή, την τρίτη ημέρα από τον τάφο, ενώ ήταν νεκρός.

6. Και ανελθόντα εις τους ουρανούς και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός.

Μετά την Ανάστασή Του ανέβηκε στον ουρανό με τη δύναμη που είχε ως Θεός, δοξάζοντας έτσι την ανθρώπινη φύση. Ανέβηκε και κάθισε στα δεξιά του Πατέρα Του.

7. Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς· ου της βασιλείας ουκ έσται τέλος.

Θα έρθει και πάλι στον κόσμο με δόξα, σε χρόνο που τον γνωρίζει μόνο ο Θεός, για να κρίνει τους ζωντανούς και τους νεκρούς. Και η Βασιλεία Του δεν θα έχει τέλος.

8. Και εις το Πνεύμα το άγιον, το κύριον, το ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, το λαλήσαν δια των προφητών.

Πιστεύω και στο Άγιο Πνεύμα, το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, που έχει κυριότητα και εξουσία. Ζωοποιεί όλη την κτίση και εκπορεύεται από τον Πατέρα. Είναι ομοούσιο με τον Πατέρα και τον Υιό. Προσκυνείται και δοξάζεται ισότιμα μαζί Τους. Καθοδήγησε τους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, που προείπαν για τον ερχομό του Σωτήρα.

9. Εις μίαν, αγίαν, καθολικήν και αποστολικήν Εκκλησίαν.

Πιστεύω και στην Εκκλησία. Είναι μία, επειδή μία είναι η κεφαλή της, ο Χριστός και μία η πίστη εκείνων που μετέχουν στη ζωή της. Είναι αγία, χωρισμένη από κάθε αμαρτία. Είναι καθολική, επειδή κατέχει όλη την αλήθεια και θέλει να συμπεριλάβει όλους τους ανθρώπους. Είναι αποστολική, επειδή διατηρεί ανόθευτη τη διδασκαλία των Αποστόλων και  επειδή οι επίσκοποι που την ποιμαίνουν είναι διάδοχοι εκείνων.

10. Ομολογώ εν βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών.

Ομολογώ ένα βάπτισμα στο όνομα της Αγίας Τριάδος. Μ’ αυτό αρχίζουμε την καινούρια ζωή μέσα στην Εκκλησία. Με αυτό συγχωρείται το προπατορικό αμάρτημα.

11. Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών.

Πιστεύω και περιμένω την κοινή ανάσταση όλων των νεκρών. Θα αναστηθεί κάθε σώμα για να ενωθεί με την αθάνατη ψυχή του. Η ανάσταση όλων θα γίνει με τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου.

12. Και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν.

Προσδοκώ ότι, μετά την ανάσταση και την τελική κρίση όλων των ανθρώπων από τον Χριστό, θα αξιωθώ να απολαύσω την αιώνια ζωή, μαζί με όλους τους αγίους. Αμήν.

Ποιος είναι αληθινός Ορθόδοξος Χριστιανός;

Αληθινός χριστιανός, είναι ο άνθρωπος εκείνος που πιστεύει στην Αγία Τριάδα. Στον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα.

Έχει αποδεχθεί και έχει ομολογήσει ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού, ο Θεάνθρωπος Ιησούς, ο Εμμανουήλ και πως είναι ο Σωτήρας και Λυτρωτής του κόσμου.

Είναι βαπτισμένος στο όνομα του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και χρισμένος με (Άγιο Μύρο) τις δωρεές και τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος.

Με τη ζωή του και τις πράξεις του προσπαθεί καθημερινά να προκόπτει πνευματικά και να γίνει ζωντανό μέλος της Εκκλησίας, της Παγκόσμιας κοινότητας των πιστών αδελφών χριστιανών.

Όλοι οι χριστιανοί είναι αδελφοί και μέλη της Εκκλησίας την οποία ίδρυσε ο Χριστός πάνω στο Σταυρό, χύνοντας το πανάγιο Αίμα Του.

Τι είναι η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ και ποιά βιβλία περιέχει;

Όταν λέμε «Αγία Γραφή», εννοούμε το σύνολο των βιβλίων, τα οποία όπως αναφέραμε και πιο πάνω, γράφτηκαν από ευσεβείς άνδρες υπό την έμπνευση και καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος, γι’ αυτό δε λέγονται και είναι θεόπνευστα.

Η Αγία Γραφή είναι το κατ’ εξοχήν θρησκευτικό βιβλίο της ανθρωπότητας, διότι περιέχει την υπό του Θεού αποκαλυφθείσα στους ανθρώπους αλήθεια. Βεβαίως στη σύνταξη και διατύπωση των νοημάτων και των λόγων της Αγίας Γραφής συνεργάσθηκε με το Θείο παράγοντα και ο ανθρώπινος παράγοντας. Και ο μεν Θείος παράγοντας, δηλαδή το Άγιο Πνεύμα, εξασφαλίζει στην Αγία Γραφή το αλάθητο. Αφού η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστη, άρα είναι και αλάθητη. Κάθε τι που γράφεται σε αυτήν είναι πέρα ως πέρα αληθές και ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, έστω και αν εμείς δυσκολευόμαστε πολύ ή λίγο να το εννοήσουμε. Ο τρόπος όμως της διατύπωσης των θείων αληθειών, το γλωσσικό ιδίωμα, το ύφος είναι έργο του ανθρωπίνου παράγοντα, ανάλογα με τη λογοτεχνική ικανότητα των συγγραφέων των βιβλίων της Αγίας Γραφής.

Η Αγία Γραφή εκφράζει την αλήθεια αυτή με τους εξής λόγους. «Ὑπὸ Πνεύματος Ἁγίου φερόμενοι ἐλάλησαν ἅγιοι Θεοῦ ἄνθρωποι» (Β΄ Πέτρ. α΄ 21). Δηλαδή το Άγιο Πνεύμα φώτισε τους ανθρώπους συγγραφείς, οι οποίοι έθεσαν στην υπηρεσία Του τις νοητικές ικανότητες και τη γλώσσα τους. Αυτό τους φώτισε και τους προφύλαξε από κάθε πλάνη, ώστε να γράψουν μόνο όσα ο Θεός τους αποκάλυψε και τους οδήγησε να γράψουν.

Όσα βιβλία της Αγίας Γραφής γράφτηκαν προ Χριστού αποτελούν την Παλαιά Διαθήκη και είναι σαράντα εννέα (49), περιέχουν τις υπό του Θεού αποκαλυφθείσες αλήθειες και τα υπό την καθοδήγηση και έμπνευση του Θεού γραφέντα γεγονότα προ της γεννήσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Όσα γράφτηκαν μετά Χριστόν, αποτελούν την Καινή Διαθήκη και είναι είκοσι επτά (27), περιέχουν τις αλήθειες τις οποίες ο Κύριος αποκάλυψε στον κόσμο. Διαιρούνται τα βιβλία της Αγίας Γραφής, τόσο της Παλαιάς όσο και της Καινής Διαθήκης, ως προς το περιεχόμενο σε ιστορικά, διδακτικά και προφητικά ως εξής:

Α΄. ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

   Ι. Ιστορικά βιβλία.

  1. Γένεσις
  2. Έξοδος
  3. Λευιτικόν
  4. Αριθμοί
  5. Δευτερονόμιον (τα 5 πρώτα αποτελούν την Πεντάτευχο)
  6. Ιησούς του Ναυή
  7. Κριταί
  8. Ρουθ
  9. Βασιλειών Α΄
  10. Βασιλειών Β΄
  11. Βασιλειών Γ΄
  12. Βασιλειών Δ΄
  13. Παραλειπομένων Α΄
  14. Παραλειπομένων Β΄
  15. Έσδρας Α΄
  16. Έσδρας Β΄
  17. Νεεμίας
  18. Τωβίτ
  19. Ιουδίθ
  20. Εσθήρ
  21. Μακκαβαίων Α΄
  22. Μακκαβαίων Β΄
  23. Μακκαβαίων Γ΄

   ΙΙ. Διδακτικά βιβλία

24. Ψαλμοί
25. Ιώβ
26. Παροιμίαι Σολομώντος
27. Εκκλησιαστής
28. Άσμα ασμάτων
29. Σοφία Σολομώντος
30. Σοφία Σειράχ

   ΙΙΙ. Προφητικά βιβλία

31. Ωσηέ
32. Αμώς
33. Μιχαίας
34. Ιωήλ
35. Οβδιού
36. Ιωνάς
37. Ναούμ
38. Αββακούμ
39. Σοφονίας
40. Αγγαίος
41. Ζαχαρίας
42. Μαλαχίας
43. Ησαΐας
44. Ιερεμίας
45. Βαρούχ
46. Θρήνοι Ιερεμίου
47. Επιστολή Ιερεμίου
48. Ιεζεκιήλ
49. Δανιήλ

 

Β΄ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

   Ι. Ιστορικά βιβλία 

1. Ευαγγέλιον κατά Ματθαίον
2. Ευαγγέλιον κατά Μάρκον
3. Ευαγγέλιον κατά Λουκάν
4. Ευαγγέλιον κατά Ιωάννην
5. Πράξεις των Αποστόλων

   ΙΙ. Διδακτικά βιβλία

α. Επιστολές Αποστόλου Παύλου

6. Προς Ρωμαίους

7. Προς Κορινθίους Α’

8. Προς Κορινθίους Β΄

9. Προς Γαλάτας

10. Προς Εφεσίους

11. Προς Φιλιππησίους

12. Προς Κολασσαείς

13. Προς Θεσσαλονικείς Α΄

14. Προς Θεσσαλονικείς Β΄

15. Προς Τιμόθεον Α΄

16. Προς Τιμόθεον Β΄

17. Προς Τίτον

18. Προς Φιλήμονα

19. Προς Εβραίους

β. Καθολικές Επιστολές

20. Ιακώβου

21. Πέτρου Α΄

22. Πέτρου Β΄

23. Ιωάννου Α΄

24. Ιωάννου Β΄

25. Ιωάννου Γ΄

26. Ιούδα
   ΙΙΙ. Προφητικό βιβλίο

1. Αποκάλυψις Ιωάννου

Τι είναι οι Άγιες Εικόνες;

Είναι τα “βιβλία των αγραμμάτων”.  Οι εικόνες διδάσκουν τους αγραμμάτους και όχι μόνο. Εμπεριέχουν ούτε λίγο ούτε πολύ ολόκληρη τη διδασκαλία της Εκκλησίας και φυσικά διδάσκουν τους πάντες. Δείχνουν στους ανθρώπους μια άλλη πραγματικότητα μεταμορφωμένη με τη χάρη και τη δύναμη του Θεού. Απεικονίζουν το πρόσωπο του Ιησού Χριστού, της Υπεραγίας Θεοτόκου και των Αγίων. Η τιμή που αποδίδουμε στις άγιες εικόνες μεταβαίνει στο εικονιζόμενο πρόσωπο.

Ποιός έγραψε τα βιβλία της ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ;

Τα βιβλία της Αγίας Γραφής συγγράφηκαν από διαφόρους αγίους ανθρώπους κατά διάφορες εποχές, από τους χρόνους του Μωυσέως (περίπου 1500π.Χ.) έως του τελευταίου αποθανόντος αποστόλου και ευαγγελιστού Ιωάννου (περί το 100 μ.Χ.). Και τα περισσότερα των βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης γράφτηκαν στην εβραϊκή γλώσσα, μερικά στην αραμαϊκή και λίγα στην ελληνική. Αλλά και αυτά που γράφτηκαν στην εβραϊκή και αραμαϊκή μεταφράστηκαν κατά τον τρίτο π.Χ. αιώνα στη νεοελληνική χάριν των Ιουδαίων, οι οποίοι ζούσαν σε χώρες ελληνικές, όπου μιλιόταν η ελληνική γλώσσα και δεν γνώριζαν πλέον την εβραϊκή. Αυτή  η μετάφραση είναι η περίφημη μετάφραση των εβδομήκοντα (Ο΄) ελληνιστών αλεξανδρινών φιλολόγων μεταφραστών. Τα βιβλία της Καινής Διαθήκης όλα γράφτηκαν στην ελληνική γλώσσα, γεγονός το οποίο αποτελεί εξαιρετική και μοναδική τιμή και ευλογία για το Ελληνικό Έθνος.

Ο απόστολος Παύλος ορίζει ως εξής το σκοπό, για τον οποίο συγγράφηκαν τα βιβλία της Αγίας Γραφής: «Πάσα γραφὴ θεόπνευστος καὶ ωφέλιμος πρὸς διδασκαλίαν, πρὸς έλεγχον, πρὸς επανόρθωσιν, πρὸς παιδείαν τὴν εν δικαιοσύνῃ, ίνα άρτιος ᾖ ο του Θεού άνθρωπος, πρὸς παν έργον αγαθὸν εξηρτισμένος» (Β΄ Τιμόθ. γ΄16-17). Λέει δηλαδή: ότι όλη η Αγία Γραφή έχει εμπνευσθεί από το Θεό και έχει συγγραφεί υπό τον άμεσο φωτισμό και την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος. Αλλά γι’ αυτό ακριβώς είναι πολύ ωφέλιμος στον άνθρωπο. Διδάσκει την αλήθεια, ελέγχει και φανερώνει τις πλάνες και τις παρεκτροπές των ανθρώπων, διορθώνει τους αμαρτάνοντες και παιδαγωγεί τον άνθρωπο, για να αποκτήσει τις αρετές που ζητεί από αυτόν ο Θεός. Μόνο δε με τον τρόπο αυτόν ο άνθρωπος του Θεού θα είναι τέλειος και κατηρτισμένος σε κάθε καλό έργο.

Τί συμβολίζει το κερί;

Το κερί είναι μια μικρή προσφορά και θυσία του χριστιανού στον Άγιο Θεό. Συμβολίζει το Φως του Χριστού, τη φλόγα της πίστεως και την θυσία του καθενός μας.

Οταν ανάβουμε το κεράκι μας, με πολύ ευλάβεια, προσευχόμενοι μπορούμε να λέμε: »Χριστέ μου, είσαι το φως του κόσμου. Βοήθησέ με ώστε και η ζωή μου να λιώνει από αγάπη προς τον πλησίον μου και να φωτίζει σαν το ταπεινό φως αυτού του κεριού». Ο αγαπών τον Θεόν, ως πεπληρωμένη έχων την εαυτού καρδίαν εκ της θείας αγάπης, αγαπά τους εχθρούς αυτού, ευλογεί τους καταρωμένους αυτόν, καλώς ποιεί τους μισούντας αυτόν και προσεύχεται υπέρ των επηρεαζόντων και διωκόντων αυτόν.

Ενέργεια και απόδειξις της προς τον Θεόν τελείας αγάπης εστίν η γνησία δι” ευνοίας προς τον πλησίον διάθεσις. Εν τούτω εγνώκαμεν την αγάπην, ότι εκείνος υπέρ ημών την ψυχήν αυτού έθηκε και ημείς οφείλομεν υπέρ των αδελφών τας ψυχάς ημών τιθέναι.

Η αγάπη καλύπτει πλήθος αμαρτιών. Η αγάπη παρρησίαν δίδωσιν εν τη ημέρα της κρίσεως.

Τι είναι το θυμίαμα;

Είναι θυσία ευαρεστήσεως προς τον Θεό. Συμβολίζει την ανάταση της ψυχής προς τον Θεό κυρίως όταν προσευχόμαστε. Ο Προφητάναξ Δαυίδ λέγει στον 140ο Ψαλμό του: “Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν Σου”.

Θυμίαμά σοι προσφέρομεν, Χριστέ ο Θεός ημών, εις οσμήν ευωδίας πνευματικής· ο προσδεξάμενος εις το υπερουράνιόν σου Θυσιαστήριον, αντικατάπεμψον ημίν την χάριν του Παναγίου σου Πνεύματος.

Τι είναι το άναμα ή Νάμα;

Είναι το κρασί που προσφέρουμε στην Εκκλησία για τη Θεία Ευχαριστία. Συνήθως παρασκευάζεται με ειδικό τρόπο από διαλεκτά, μαύρα σταφύλια και είναι κόκκινο.

Τι είναι η προσφορά;

Η προσφορά είναι ψωμί ζυμωμένο στο σπίτι, με προζύμι και όχι μαγιά, σε στρογγυλό σχήμα και σφραγισμένο με ειδική ξύλινη σφραγίδα. Παρασκευάζεται μόνο και ειδικά προσφέρεται από τους πιστούς για την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας. Γι’  αυτό και ονομάζεται προσφορά.

Τι είναι το Αντίδωρο;

Το αντίδωρο είναι μικρό κομμάτι από την προσφορά που ύψωσε ο λειτουργός ιερέας στην αγία Πρόθεση, από την οποία βγήκε ο “αμνός”, που μεταφέρεται στην αγία Τράπεζα για να μεταβληθεί σε Σώμα Χριστού. Το μοιράζει ο ιερέας στο τέλος της Θ. Λειτουργίας σε όσους δεν κοινώνησαν. Δηλαδή αντί του Δώρου (Θεία Κοινωνία) που έλαβαν όσοι εκοινώνησαν, οι μη κοινωνήσαντες λαμβάνουν το “αντίδωρο”.

Τι είναι τα κόλλυβα;

Τα κόλλυβα είναι βρασμένο σιτάρι που προσφέρεται στη μνήμη κάποιου Αγίου ή σε μνημόσυνο προσφιλούς μας προσώπου. Συμβολίζει την κοινή Ανάσταση των νεκρών (Ιωανν. 12,24, Α Κορινθ. 15,35-44). Στην παλιότερη εποχή ήταν και μία υλική προσφορά προς τους φτωχούς για συγχώριο των πεθαμένων.

Τι είναι ο Σταυρός;

Ο Σταυρός είναι το σύμβολο του Χριστιανισμού. Με το σημείο του Σταυρού σταυρώνουμε τον εαυτό μας και σηκώνουμε τον Σταυρό του Κυρίου και ομολογούμε την πίστη μας στον Ιησού Χριστό και στην Αγία Τριάδα ( Μάρκου 8, 35, Γαλάτας 6, 14, Ματθαίου 10, 32). Με τα τρία δάκτυλα του δεξιού χεριού μας σταυρώνουμε το μέτωπο, την κοιλιά, τον δεξιό και τον αριστερό μας ώμο. Το σταυρό μας κάνουμε πάντοτε. Στις προσευχές, στις ιερές ακολουθίες, στα μυστήρια, στο φαγητό, στο δρόμο, όταν περνούμε από μια εκκλησία κ.τ.λ.

Τι είναι η προσευχή;

Πρόκειται για μια βασική πτυχή της πνευματικής ζωής. Είναι ένα είδος επικοινωνίας με το Θεό. Είναι ο μυστικός αγωγός (καλώδιο), που συνδέει τον άνθρωπο με τον Δημιουργό του.  Η προσευχή αποτελεί το κυριότερο μέρος της διακονίας του αναστημένου Χριστού. Όταν αναστήθηκε και αναλήφθηκε στα δεξιά του Πατρός, άρχισε να μεσιτεύει υπέρ ημών, δηλαδή να προσεύχεται (Εβραίους 7:25). Δια των προσευχών Του μας σώζει. Εάν λοιπόν θέλουμε να είμαστε συνεργοί του Χριστού, πρέπει να αφιερώνουμε πολύ χρόνο στην προσευχή. Η προσευχή φέρνει ευλογία στην εκκλησία και πετυχαίνει εκεί όπου ο,τιδήποτε άλλο αποτυχαίνει. Ο Κύριος είναι έτοιμος να ενεργήσει, αλλά επιθυμεί να ακούσει την προσευχή μας, ως πρόσωπα και ως Εκκλησία. Η προσευχή είναι η κορυφαία εκδήλωση λατρείας.
Υπάρχουν δύο τύποι προσευχής:
α) ιδιωτική, προσωπική, οικογενειακή, και β) δημόσια προσευχή, που γίνεται στο Ναό και προσευχόμαστε όπως έχει καθορίσει η Εκκλησία μας.

Τι και ποιές είναι οι Ιερές Ακολουθίες;

Οι Ιερές Ακολουθίες είναι οι λατρευτικές τελετές της Εκκλησίας που περιλαμβάνουν προσευχές, ψαλμούς, ικεσίες, αγιογραφικά αναγνώσματα και ύμνους. Τέτοιες είναι:

  • Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ: Ακολουθία που τελείται σε διάφορες ανάγκες. Αγιάζουμε τους ανθρώπους, τα σπίτια μας, τα καταστήματά μας, τα χωράφια μας, τα ζώα μας και ό,τι άλλο.
  • Η ΑΡΤΟΚΛΑΣΙΑ: Ευλογία των βασικών καρπών της γης, του σιταριού, του κρασιού και του λαδιού. Τελείται τις μεγάλες γιορτές κυρίως στον εσπερινό σε ανάμνηση της ευλογίας των πέντε άρτων από το Χριστό στην έρημο.
  • Η ΑΓΡΥΠΝΙΑ: Ακολουθία που γίνεται τις βραδινές ώρες και κρατάει μέχρι τις πρωινές.
  • Η ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ: Ακολουθία που ψάλλεται σε διάφορες περιστάσεις κυρίως υπέρ υγείας και αναφέρεται συνήθως στην Υπεραγία Θεοτόκο.
  • Η ΚΗΔΕΙΑ: Ακολουθία που γίνεται όταν κοιμηθεί κάποιος χριστιανός προ της ταφής του.
  • ΤΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ: Ακολουθία κατά την οποία η Εκκλησία εύχεται υπέρ αναπαύσεως και συγχωρήσεως των κεκοιμημένων χριστιανών στις 40 ημέρες από τον θάνατο, στο χρόνο κ.λ.π.

Ποια πρέπει να είναι η συμπεριφορά μας μέσα στον Ι. Ναό;

 

Δέκα  βασικές συμβουλές για την συμπεριφορά μας μέσα στον Ιερό Ναό:

 

 

  1. Ο Ναός είναι τόπος ιερός. «Ως φοβερός ο τόπος ούτος! ουκ εστι τούτο, αλλ’ ή οίκος ΘΕΟΥ και αύτη η πύλη του ουρανού» (Γένεσις, κεφ. κη΄, 10).
  2. Ο Ιερός Ναός είναι χώρος λατρείας και προσευχής. Πριν μπεις μέσα σκέψου πού πρόκειται να μπεις και τι πρόκειται να κάνης. «Είσελθε εις τον οίκον μου και στήθι μετά φόβου∙ ο γαρ τόπος ούτος άγιος εστί» (Ιησού του Ναυή 5,15).
  3. Μπαίνουμε μέσα «ευπρεπώς ενδεδυμένοι», με σιωπή και με ευλάβεια προσκυνούμε τις άγιες εικόνες.
  4. Καθόμαστε σε στάση ευλαβείας και προσοχής.
  5. Μένουμε όσο πιο πολύ μπορούμε όρθιοι, σιωπηλοί και αφοσιωμένοι στην προσευχή, χωρίς να σχολιάζουμε ή να συζητούμε.
  6. Κυρίως είμαστε όρθιοι εις τα εξής σημεία: «Ευλογημένη η Βασιλεία», «Σοφία. Ορθοί!..», Ευαγγέλιον, Χερουβικόν Ύμνον, «Πιστεύω», «Λάβετε, φάγετε….» μέχρι και το «Άξιον εστίν», «Πάτερ ημών», «..τα Άγια τοις Αγίοις», «Μετά φόβου…» και γενικώς πάντα, όταν θυμιάζει και ευλογεί ο Ιερεύς.
  7. Στη Θεία  Κοινωνία πλησιάζουμε με ευλάβεια, με ησυχία και με σειρά, ο ένας μετά τον άλλον.
  8. Οι μεγαλύτεροι πρέπει να δίνουν το καλό παράδειγμα ευλαβείας, υπομονής, προσευχής, σιωπής και πίστεως.
  9. Στο Ιερό Βήμα απαγορεύεται η είσοδος, εκτός από εκείνους που διακονούν (69ος Κανών ΣΤ΄ Οικουμ. Συνόδου).
  10. Όταν τελειώσει η Θ. Λειτουργία, παίρνουμε με τάξη και ευλάβεια το αντίδωρο, πάντα από το χέρι του Λειτουργού Ιερέως.

Γιατί είναι μοναδικός ο Χριστιανισμός;

Ο Χριστιανισμός αντλεί την μοναδικότητά του, έναντι των άλλων θρησκειών, από τις μεγάλες και ουσιαστικές διαφορές του απ’ αυτές. Μερικές τέτοιες διαφορές είναι:

 

  • Ο ιδρυτής: Στα εξωχριστιανικά θρησκεύματα έχουμε συνήθως ιδρυτή κάποιο άνθρωπο χωρίς Θείο κύρος, ή κάποια απρόσωπη παράδοση. Στο Χριστιανισμό ιδρυτής είναι ο ίδιος ο Θεός στο πρόσωπο του Χριστού. Ο Θεός έγινε άνθρωπος για να ανεβάσει τον άνθρωπο στο Θεό.
  • Η λύτρωση: Στα άλλα θρησκεύματα δεν υπάρχει λυτρωτής. Η λύτρωση σ’ αυτά αποτελεί αναζήτηση και νοσταλγία της ψυχής, που δεν εκπληρώνεται. Υπόσχονται λύτρωση χωρίς να είναι σε θέση να την προσφέρουν. Στο Χριστιανισμό υπάρχει λύτρωση του ανθρώπου, η οποία πραγματοποιείται στο Πρόσωπο του Χριστού. Ο Χριστός είναι ο Μοναδικός Λυτρωτής, γιατί ενώνει στον εαυτό Του, το Θεό και τον άνθρωπο. Έτσι συνδέεται και πάλι ο άνθρωπος με το Θεό και σώζεται.
  • Η αντοχή στο χρόνο: Η διδασκαλία του Χριστιανισμού είναι η μόνη που διατηρείται άφθαρτη, αναλλοίωτη και ζωντανή χωρίς να επηρεάζεται από το πέρασμα των αιώνων. Τούτο συμβαίνει, γιατί είναι η μόνη που προσφέρει την αληθινή γνώση του Θεού. Στις εξωχριστιανικές θρησκείες, οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν τον αληθινό Θεό, αλλά τον νοσταλγούν και γι’ αυτό επηρεάζονται από το χρόνο και αναπροσαρμόζονται συνήθως για να εξυπηρετούν τις τωρινές ανάγκες των οπαδών τους.
  • Η εκδήλωση της αγάπης: Στο Χριστιανισμό η αγάπη εκδηλώνεται χωρίς διάκριση προς όλους τους ανθρώπους, φίλους και εχθρούς. Στις άλλες θρησκείες ή δεν υπάρχει η αγάπη ούτε σαν λέξη, ή αν υπάρχει, εκδηλώνεται μόνο προς συγκεκριμένα πρόσωπα.
  • Οι Άγιοι: Στα άλλα θρησκεύματα δε συναντούμε Αγίους. Ορισμένα έχουν να παρουσιάσουν ανθρώπους με αρετές και καλοσύνη, Αγίους όμως δεν έχουν. Στο Χριστιανισμό ένα πλήθος ανθρώπων εμπνεύστηκαν από το Θεϊκό μεγαλείο του Χριστού και αφού έφτασαν σε μεγάλο βαθμό πνευματικότητας ανακηρύχτηκαν Άγιοι.
  • Η λατρεία: Στη Χριστιανική Θρησκεία η λατρεία είναι πνευματική και η ψυχή επικοινωνεί με το Θεό. Στις άλλες θρησκείες η λατρεία είναι υλική και πραγματοποιείται με εξωτερικούς τύπους όπως είναι οι θυσίες ζώων κ.ά.
  • Ο Τριαδικός θεός: Στα εξωχριστιανικά θρησκεύματα συναντούμε το μονοθεϊσμό ή τον πολυθεΐσμό, γιατί έτσι ο ανθρώπινος νους φαντάστηκε τη θεία αλήθεια. Στο Χριστιανισμό υπάρχει κατ’ αποκάλυψη του Ίδιου του θεού, ο Τριαδικός θεός, ο Μόνος αληθινός θεός.

Ποιά είναι η σημασία των μνημοσύνων;

Η Εκκλησία μας διδάσκει ότι ο άνθρωπος εδημιουργήθηκε με ιδιαίτερη δημιουργική πράξι του Θεού από σώμα και ψυχή ( Γένεσις Β 7), με την δυνατότητα να μη αποθάνη εις τον αιώνα, εφ’ όσον θα τηρούσε την εντολή του Θεού. Δηλαδή εφ’όσον θα ήθελε να μένη κοντά στον Θεόν, που είναι η πηγή της ζωής (Γένεσις Γ 16-17). Ο άνθρωπος, δυστυχώς, παραπλανηθείς από τον αρχέκακον όφιν, τον Σατανάν, παρέβη την εντολή του Θεού, εξεδιώχθη του παραδείσου, ευρέθηκε στα αγκάθια και τα τριβόλια της ζωής, στην θλίψι, στον πόνο και στα δάκρυα, ωδηγήθηκε στη φθορά και στον θάνατον του σώματος, « ίνα μη το κακόν αθάνατον γένηται». Όμως εδόθη εις τους Πρωτοπλάστους η πρώτη καλή είδησις, το λεγόμενον Πρωτευαγγέλιον· Ότι δηλαδή από την Εύα θα γεννηθή εκείνος που θα συντρίψη το κεφάλι του όφεως (του Σατανά) (Γένεσις Γ 15).  Έτσι, «ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου» (Γαλάτας Δ΄ 4), εγεννήθη εκ της Παρθένου Μαρίας ο Σωτήρ και Λυτρωτής του κόσμου, ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός. Με την Σάρκωσί Του προσέλαβε τον άνθρωπο ( ανθρώπινη φύσιν: ψυχή και σώμα ) και αφού τον απάλλαξε από την κυριαρχία του Σατανά, τον καθάρισε και τον αγίασε στον Σταυρό· Δια της Αναστάσεώς του τον ανέστησε και δια της Αναλήψεώς  του τον οδήγησε και πάλιν στα δεξιά του Θεού και Πατρός .

Αυτά όλα πραγματοποιούνται έκτοτε στον κάθε άνθρωπο που γεννιέται και ασπάζεται την χριστιανική πίστι, βαπτίζεται ( Μάρκου ΙΣΤ  16, Ματθαίου ΚΗ 18-20), μυρώνεται και ζει ως ζωντανό μέλός της Εκκλησίας μας. Κεφαλή της Εκκλησίας μας όμως είναι ο Θεάνθρωπος Ιησούς, μέλη της δε είναι πάντες οι βαπτισμένοι καί μυρωμένοι χριστιανοί, ζώντες και κεκοιμημένοι. Και όπως οι ζώντες προσευχόμεθα δια τους ζώντες συνανθρώπους μας,έτσι προσευχόμεθα και δια τους κεκοιμημένους προσφιλείς μας. Το ίδιο κάνουν και οι κεκεοιμημένοι (οι άγιοι) για μας. Διάβασε και την παραβολήν του άφρονος πλουσίου (Λουκά ΙΣΤ  19-31). Είναι σχετική και πολύ διδακτική. Αυτή είναι η σημασία των Μνημοσύνων· Είναι προσευχές ημών των ζώντων δια τους κεκοιμημένους προσφιλείς μας, προς τους οποίους έχουν κάποια ωφέλεια . Ποίαν, ο Θεός γνωρίζει. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει · «Μη αμφιβάλλεις ότι ο αποθανών θα λάβη κάτι καλό από τις προσευχές που κάνεις εσύ».

  • Πότε και πού γίνονται τα μνημόσυνα

Τα μνημόσυνα μπορεί να γίνωνται παντού και πάντοτε, κυρίως κατά την τέλεσι της Θείας λειτουργίας. Η Εκκλησία μας έχει όλα τα Σάββατα αφιερώσει για  προσευχές  υπέρ των  κεκοιμημένων. Όμως δύο Σάββατα, το Σάββατο προ των Απόκρεω και το Σάββατο πρό της Πεντηκοστής είναι τα δύο κύρια Ψυχοσάββατα. Και το μεν Σάββατο προ των Απόκρεω, διά να  προσευχηθούμε και δια τους κεκοιμημένους προσφιλείς μας, ώστε  να δικαιωθούν και αυτοί κατά την δευτέραν παρουσίαν του Κυρίου  και να τους κατατάξη ο Θεός στα δεξιά Του μετά των αγίων του, το δε πρό της Πεντηκοστής, ίνα το Πανάγιο Πνεύμα καθαρίση και αγιάση και τους κεκοιμημένους προσφιλείς μας.

Κυρίως τα μνημόσυνα γίνονται εντός των  ιερών Ναών με την τέλεσι της Θείας Λειτουργίας, κατά τήν οποίαν εις την Προσκομιδή τίθεται στό Δισκάριον ο «Αμνός», ο Σωτήρας μας Κύριος Ιησούς Χριστός, η Θεοτόκος, οι Άγγελοι και πάντες οι άγιοι και οι κεκοιμημένοι  προσφιλείς μας, που τους μνημονεύει ο ιερέας, αλλά και εμείς οι ζώντες. Στην αγία Προσκομιδή δηλαδή είναι ολοκληρη η Εκκλησία, ζώντες ( οι αγωνιζόμενοι) και κεκοιμημένοι ( η θριαμβεύουσα Εκκλησία).

Βεβαίως τελούνται επιμνημόσυνες δεήσεις ( Τρισάγια) και επί του τάφου των προσφιλών μας , γιατί έτσι αισθανόμεθα ζωηροτέραν την ανάμνησι της παρουσίας των και οι προσευχές μας είναι περισσότερον θερμές (σαν τα δάκρυά μας)  και κατανυκτικές. Όμως  όπου να είμεθα μπορούμε και πρέπει να προσευχόμεθα «Εν παντί καιρώ και τόπω».

  • Με τη θεία κοινωνία αναπαύονται οι ψυχές;

Βεβαίως ΝΑΙ. Διότι, ως παραπάνω εσημειώθη, προσφέρεται υπέρ αυτών η θεία  Ευχαριστία. Αλλά η συμμετοχή των πενθούντων στην θεία κοινωνία κατά την τέλεσι των μνημοσύνων ευχαριστεί τις ψυχές, κυρίως διότι έτσι δείχνεται ότι έχει ήδη γίνη πραγματικότητα γι’ αυτούς, τους πενθούντας δηλαδή, ό,τι ο άφρονας πλούσιος παρεκάλεσε τόν Αβραάμ για τα αδέλφια του. Να στείλη δηλαδή τον Λάζαρον να ειπή στα αδέλφια του να μετανοήσουν, για να μη πάνε καί αυτά στην κόλασι. Η ιδική μας χριαστιανική ζωή, η ζωή σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, ασφαλώς ευχαριστεί  τους κεκοιμημένους προσφιλείς μας, αλλά κάνει και τις προσευχές μας να εισακούωνται από τον Θεόν καλύτερα, γιατί ενώ «αμαρτωλών ο Θεός ουκ ακούει»,  «πολύ ισχύει δέησις δικαίου ενεργουμένη» ( Ιακώβου Ε΄ 16).

  • Οι ψυχές βλέπουν ;

Βεβαίως ΝΑΙ .Έχομε τα παραδείγματα των αγίων μας, οι οποίοι προστρέχουν εις βοήθειά μας , αλλά και του άφρονος πλουσίου που ευρίσκεται στην κόλασι και βλέπει τον Αβραάμ και στούς κόλπους του τον Λάζαρον, αλλά θυμάται και τούς αδελφούς του στήν γη και εκφράζει την επιθυμία να μετανοήσουν και νά σωθούν ( Λουκά ΙΣΤ΄ 19-31).

  • Γιατί ανάβουμε το καντήλι στό σπίτι μας

Ο Τριαδικός Θεός ημών  ονομάζεται Τρισήλιος Θεότης. Έτσι σ΄ένα τροπάριο της Κυριακής της Πεντηκοστής λέγεται · «Φώς ο Πατήρ , Φώς ο Υιός , Φώς καί τό Άγιον Πνεύμα…» Γι’ αυτό και ο Θεός το φώς την πρώτη ημέρα της δημιουργίας εδημιούργησε· Γι’ αυτό το φώς του Χριστού θέλει η Εκκλησία μας να φωτίζη παντού· Γι’ αυτό  την εορτή της φανερώσεως της Αγίας Τριάδος (6ην Ιανουαρίου) ονομάζει εορτή των Φώτων.  Υιός φωτός θέλει να είναι ο κάθε πιστός· Λαμπάδα αναμμένη δίνουμε στον νεοφώτιστο. Φώτα –πολύφωτα και πολυέλαιοι ανάβουν στους Ναούς μας, καντήλια και πολυκάντηλα ανάβουμε στις εικόνες του τέμπλου και τα άλλα προσκυνητάρια . Ακοίμητη καντήλα καίει στην αγία Τράπεζα. Γι’ αυτό ανάβουμε καντήλι και στο εικονοστάσι του σπιτιού μας. Είναι τούτο μια μικρή καθημερινή θυσία και προσφορά στον Θεόν και στους αγίους μας. Είναι εκφραστικόν ότι το σπίτι μας και οι κατοικούντες σ΄ αυτό είναι άνθρωποι του φωτός  και ανάλογα, φωτεινά είναι τα έργα τους.

Τέλος  με το άναμα του καντηλιού φανερώνουμε ότι θέλουμε να ζούμε με το φώς, μέσα στο φώς του Θεού και όχι στο «σκότος το εξώτερον» ( Ματθαίου ΚΕ΄ 30 ), «το ητοιμασμένον τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού» (Ματθαίου ΚΕ΄ 41).

Αφού ο Θεός είναι ένας και μοναδικός, γιατί ομιλούμε για την Αγία Τριάδα;

Η αποδοχή της υπάρξεως ή μη του Θεού είναι θέμα πίστεως. Δεν αποδεικνύεται, αλλά πιστεύεται. Η Ορθόδοξη Εκκλησία πιστεύει ότι τον Αληθινό Θεόν και τον τριαδικόν τρόπον υπάρξεως αυτού μας απεκάλυψε ο ίδιος ο Υιός του Θεού με την Σάρκωσί του. Βεβαίως ο κάθε άνθρωπος μπορεί να έχη οποιαδήποτε ιδέα περί του Θεού. Όμως για μας τους Ορθόδοξους Χριστιανούς πίστις μας είναι, ότι ο Θεός είναι Τριαδικός, γιατί είναι ΑΓΑΠΗ. Αγάπη δε χωρίς άλλο πρόσωπο είναι ανύπαρκτη.

Ο αείμνηστος Καθηγητής  της Δογματικής  Χρήστος Ανδρούτσος, γράφει: “Κατά την πίστιν της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας ο εις Θεός την ουσίαν είναι Τριαδικός τας υποστάσεις, Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα. Τα τρία αυτά πρόσωπα δεν είναι ούτε όψεις ή εκφάνσεις της μιας θεϊκής  ουσίας, ως εδέχετο ο Σαβελλιανισμός, ούτε αυθυπόστατα κέντρα ή μορφές αποκολύψεως, ώστε να αποτελώνται τρεις θεοί αντί ενός, αλλά είναι τρόπος της αϊδίου  υπάρξεως του ενός  Θεού, εν οις διακρίνεται άμα και συνάπτεται η θεότης.” (σελίς 72-73).

Η διάκρισις  των τριών θείων προσώπων έγκειται εις το ότι ο μεν αγέννητος Πατήρ γεννά φύσει αϊδίως τον Υιον και εκπορεύει το  Πνεύμα τον Άγιον, ο δε Υιος γεννάται αχρόνως εκ του Πατρός και το  Άγιον Πνεύμα εκπορεύται εκ του Πατρός. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχουμε τρεις θεούς, αλλά τρεις διακεκριμένους μεταξύ των φορείς της μιας θείας ουσίας, η οποία ενυπάρχει εις τα τρία πραγματικά διαφορετικά πρόσωπα, έκαστον των οποίων κατέχει όλην την θείαν ουσίαν. Τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος συνάπτονται μεταξύ τους, δεδομένου ότι ενυπάρχουν ασυγχύτως και ατρέπτως μεταξύ τους και περιχωρούνται. Ο μεν Πατήρ ενυπάρχει και περιχωρεί ασυγχύτως εις τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα, ο δε Υιός εις τον Πατέρα  και το Άγιον Πνεύμα, και το Πνεύμα το Άγιον εις τον Πατέρα και τον Υιόν.

Όταν πρόκειται να κοινωνήσει κάποιος σε αγρυπνία ή την Ανάσταση το βράδυ πόση ώρα πρέπει να είναι νηστικός;

Ο 29ος κανών της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, και οι 28 καί 56 Κανόνες της Καρθαγένης ορίζουν ότι οι πιστοί, κληρικοί και λαϊκοί, οφείλουν να προσέρχονται στη Θεία Ευχαριστία νηστικοί. Η απαράβατος λοιπόν νηστεία προ της Θείας Κοινωνίας είναι η από του μεσονυκτίου απόλυτος αποχή τροφής. (Ιωάννης Φουντούλης).   Επομένως δια να κοινωνήση ο πιστός στη νυκτερινή Θεία Λειτουργία της Λαμπρής και σε κάποια άλλη αγρυπνία πρέπει να μην έχει φάει κάτι μετά το μεσονύκτιο.

Για περισσότερες πληροφορίες ιδέ∙

  1. Αρχιμ. Δανιήλ Αεράκη. «Πότε και πώς πρέπει να κοινωνής». Αθήνα 1984.
  2. Ξενοφώντος Παπαχαραλάμπους. «Όροι και προϋποθέσεις δια την συμμετοχήν εις την Θείαν Ευχαριστίαν εξ απόψεως Ορθοδόξου». Αθήναι 2002.
  3. Ιωάννου Φουντούλη. «Απαντήσεις εις λειτουργικάς απορίας». Τομ Α. Εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Αθήνα 1997.

Καθώς επίσης βλ. και στις ιστοσελίδες:

  1. http://www.egolpion.com
  2. http://www.pistos.gr
  3. http://www.pigizois.net

Ποια πρέπει να είναι η προετοιμασία της Θείας Κοινωνίας για παιδιά έως και 12 ετών;

Κατ’ αρχήν πρέπει να τονίσουμε ότι είναι αρχαιότατος θεσμός της Εκκλησίας μας η συμμετοχή και των παιδιών στη Θεία Κοινωνία, από της ημέρας της Βαπτίσεώς τους, όπως αποδεικνύεται και από την Εκκλησιαστική γραμματεία των πρώτων αιώνων. Αξίζει να παραθέσουμε την σχετική αναφορά των Αποστολικών Διαταγών για την Θεία Κοινωνία των νηπίων και των παιδιών.«Και μετά τούτο μεταλαμβανέτω ο επίσκοπος, έπειτα οι πρεσβύτεροι και οι διάκονοι και οι υποδιάκονοι και οι αναγνώσται και οι ψάλται και οι ασκηταί και εν ταις γυναιξίν αι διάκονοι και αι παρθένοι και αι χήραι, είτα τα παιδία και τότε πας ολκός κατά ταξιν μετά αιδούς και ευλαβείας άνευ θορύβου» (ΒΕΠ, τόμ. 2, VIII, 14, 158).

Τον πρώτο λόγο περί της νηστείας και προετοιμασίας των παιδιών για την Θεία Κοινωνία βέβαια την έχει ο πνευματικός τους Πατέρας. Αυτός γνωρίζει την ψυχική και πνευματική τους κατάσταση, την δεκτικότητα και αντοχή ενός παιδιού το οποίο και εξομολογεί. Σε αυτόν πρωτίστως πρέπει να απευθύνονται οι γονείς για την προετοιμασία των παιδιών τους.

Αξίζει εδώ να τονίσουμε ότι νηστεία για τα παιδιά, και για όλους μας, δεν είναι μόνο η αποχή από τροφές αλλά κατά βάση η εγκράτεια, γι’ αυτό όποιος νηστεύει χωρίς να εγκρατεύεται είναι άσκοπο από πνευματικής πλευράς. Κατά συνέπεια πρέπει από πολύ νωρίς να μάθουμε σε ένα παιδί να εγκρτατεύεται και από τροφές (όχι βέβαια αυστηρά) αλλά και από τα θέλω του. Π.χ. να το μάθουμε να μπορεί να αναβάλει έστω και για λίγο μια επιθυμία του, που συνήθως θέλει να ικανοποιήσει εδώ και τώρα. Αυτό πρέπει να το έχουν υπόψη οι γονείς από πολύ νωρίς και να το εμπνεύσουν στο παιδί με τέχνη και όχι με καταναγκασμό.

Μεγάλη αξία έχει για τα παιδιά και ο παραδειγματισμός. Όταν το παιδί θα δει τους γονείς του να νηστεύουν και τους ρωτήσει γιατί το κάνουν, εκείνοι θα του δώσουν να καταλάβει το νόημα της νηστείας με απλά λόγια και έτσι θα θελήσει και το παιδί να τους μιμηθεί για να δείξει ότι και αυτό μεγάλωσε.

Για περισσότερες πληροφορίες ιδέ∙

  1. π. Αντωνίου Στυλιανάκη. «Αποκρίσεις σε Υπεύθυνους γονείς». Εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Αθήνα 2001.
  2. «Ο πνευματικός και το έργο του». Εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Αθήναι 1959.
  3. Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου Ιεροθέου. «Η αγωγή των εμβρύων, των νηπίων και των παιδιών». Διαθέσιμο στο: http://www.oodegr.com/oode/psyxotherap/agwgi_paid1.htm

Καθώς επίσης βλ. και στις ιστοσελίδες:

  1. http://www.oodegr.com
  2. http://orthodoxi-diapaidagogisi.blogspot.com

Τί είναι το Θαύμα; Γιατί σε άλλους γίνεται και σε άλλους όχι, εφ’ όσον όσοι το ζητούν, το ζητούν με όλη την δύναμη της ψυχής τους;

Θαύμα είναι το αποτέλεσμα της θείας ενεργείας  αναστολής προς καιρόν της λειτουργίας των φυσικών νόμων, που ο ίδιος ο Θεός έθεσε στο σύμπαν, προς  επίτευξι θείου σκοπού, που Εκείνος μόνον γνωρίζει, σύμφωνα και με το: “Όπου βούλεται Θεός, νικάται φύσεως τάξις”.

Για να γίνη ένα θαύμα πρέπει πρώτα να το θέλη ο Θεός. Και ο Θεός θέλει πάντοτε ό,τι γίνεται, να γίνεται για την σωτηρία του ανθρώπου και όχι για την καλοπέρασί του. Διάβασε το χωρίον Ιακώβου Δ 3. Τι δε  είναι σωτήριο και πότε πρέπει να γίνη ένα θαύμα, το γνωρίζει μόνον ο Θεός. Σου θυμίζω τους λόγους του Κυρίου προς τους Γραμματείς και Φαρισαίους· “Γενεά πονηρά και μοιχαλίς σημείον επιζητείς, και σημείον ου δοθήσεται αυτή ειμή το σημείον Ιωνά του προφήτου. . .” (Ματθαίου ΙΒ 39-40). Ειδικώτερα σου θυμίζω τον Απόστολον Παύλον, ο οποίος παρά τις θερμές και πολλές προσευχές του δεν εθεραπαύθη. Το γιατί, το κατάλαβε αργότερα ο ίδιος και μας το εξήγησε. Διάβασε το χωρίον Β’ Κορινθίους 7-10.

Γιατί γίνονται θαύματα μόνο σε συγκεκριμένες ασθένειες;

Η δύναμις του Θεού τα πάντα μπορεί να κάνει. Ο Θεάνθρωπος Κύριος εθεράπευσε και κουλούς και κουτσούς (κυλλούς), λέγει η ευαγγελική περικοπή Ματθαίου ΙΕ 30-31. Κατά τα άλλα ισχύει η προηγούμενη απάντηση (Διάβασε “Τι είναι το θαύμα;”). Διάβασε και τα χωρία: Ματθαίου ΙΗ 8-9 και Μάρκου Θ 43-48. Όμως θέλω ακόμη να σου ειπώ, ότι σήμερα η ιατρική επιστήμη και πόδια βάζει και χέρια. Δεν είναι και τούτο εκ της βοηθείας και του φωτισμού του Θεού; Διάβασε το: Σοφία Σειράχ ΛΗ 1-15.

Γιατί δεν γίνονται θαύματα σε παιδάκια να μην υποφέρουν;

Ασφαλώς γίνονται και σε πολλά τέτοια παιδιά θαύματα, που εμείς δεν τα βλέπουμε. Γνωρίζουμε περιστατικά, που οι ιατροί συνιστούσαν σε εγκύους να κάνουν έκτρωσι, γιατί τα παιδιά τους θα εγεννώντο άρρωστα και όμως με την πίστιν τους τα κράτησαν και εγεννήθησαν υγιέστατα. Ποίος μπορεί να γνωρίση  τις βουλές του Θεού;

Όμως θέλω ακόμη να είπω και τα εξής: Όπως ξέρεις ο Θεός εδημιούργησε τον άνθρωπον “καλόν λίαν” και τον ετοποθέτησεν εις τον Παράδεισον της τρυφής για να ζη αιώνια και χαρούμενα κοντά του. Οι πρωτόπλαστοι δεν θέλησαν να παραμείνουν εν υπακοή στο θέλημα του Θεού και έτσι εισήλθε στο ανθρώπινο γένος το κακόν· Τα αγκάθια και τα τριβόλια, οι ασθένειες, η φθορά και ο θάνατος. Άρα εμείς, οι άνθρωποι εγίναμε η αιτία του κακού. Αλλ’ ο Θεός δεν μας άφησε σ’ αυτήν την κατάστασι. Έστειλε τον μονογενή του Υιόν, τον Θεάνθρωπον Κύριον και αναγέννησε και ανακαίνισε το ανθρώπινο γένος και έκανε τους ανθρώπους παιδιά του Θεού. Αφήρεσε την δύναμι του Διαβόλου και κατήργησε τον θάνατον. Σ’ όλα αυτά ο Χριστός έδωκε την δυνατότητα στον άνθρωπον να συμμετέχη από τώρα με οριστικοποίησι και τελειοποίησι κατά την δευτέραν παρουσία Του.

Οι άνθρωποι όμως εδέχτηκαν τον Σωτήρα και ζουν σύμφωνα με το Ευαγγέλιον; Ανεγνώρισαν τον Θεόν Πατέρα και έγιναν μεταξύ τους αδελφοί; Αποδέχθηκαν την ειρήνην του και εσταμάτησαν τους μεταξύ τους πολέμους; Έπαυσαν να είναι υπό την επήρεια του Διαβόλου και να  διαπράττουν το κακό; Ασφαλώς όχι. Τότε πως θέλεις θαυματουργικά να παύση να υπάρχη το κακό, αφού οι άνθρωποι εκουσίως διαπράττουν καθημερινά αυτό;  Θέλεις να αφαιρέση ο Θεός την ελευθερία από τους ανθρώπους ;  Διάβασε και το χωρίον Ησαία Α 10-20.

Πότε προσφέρουμε πρόσφορο και πότε κόλλυβα σαν μνημόσυνο;

Το πρόσφορο προσφέρουν οι Χριστιανοί δια την τέλεσιν της θείας Λειτουργίας. Είναι η αντιπροσφορά μας στον Κύριον, για τις δικές του πολλές και  ιδιαίτερες  δωρεές. Μάλιστα η εκ σίτου προσφορά μας έχει και αυτόν τον συμβολισμό· Όπως οι κόκκοι του σίτου αλέσθηκαν και έγιναν όλοι μαζί αλεύρι, με το οποίον έπειτα εζυμώθηκε η προσφορά, έτσι και ένας – ένας όλοι εμείς οι Χριστιανοί συγκεντρωμένοι κατά την θείαν Λειτουργίαν, κοινωνούντες του Σώματος και Αίματος του Χριστού γινώμεθα ένα μαζί του. Κανονικά κάθε φορά που εκκλησιαζόμαστε, πάμε και την προσφορά μας, την οποίαν καλόν είναι να κάνουμε εμείς μόνοι μας, στο σπίτι μας με ανάλογη προετοιμασία και προσευχές, ανεξάρτητα αν θα κάνης ή όχι μνημόσυνο. Κατά την θείαν Λειτουργίαν είναι παρούσα ολόκληρη η Εκκλησία. Δηλαδή η στρατευομένη (=εμείς οι ζώντες οι περιλειπόμενοι) και η θριαμβεύουσα (οι κεκοιμημένοι). Γι’ αυτό  με την λειτουργιά μας δίνουμε να διαβασθούν ονόματα ζώντων και κεκοιμημένων.

Στα Μνημόσυνα (τρίμερα, εννιάμερα, σαράντα, χρόνια, τρίχρονα  κ.λ.π.) πάμε την προσφορά μας, για να τελεσθή η θεία Λειτουργία και να μνημονευθή το όνομα του πεθαμένου μας, αλλά κάνουμε και κόλλυβα με σιτάρι, δια να μας υπενθυμίζωνται οι λόγοι του Κυρίου· “Εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει· Εάν δε αποθάνη, πολύν καρπόν φέρει” (Ιωάννου ΙΒ 24). Διάβασε και το χωρίον Α  Κορινθίους ΙΕ 35-58.

Συγχρόνως όμως η προσφορά των κολλύβων κατά τα μνημόσυνα είναι έκφρασις αγάπης και προσφοράς προς τους πτωχούς υπέρ αναπαύσεως των κεκοιμημένων, ασχέτως  αν σήμερα λίγοι τα τρώμε. Θυμάμαι, όταν ήμουνα παιδί, τα ψυχοσάββατα μας πήγαινε ο Δάσκαλος στην Εκκλησία, μας έβαζε στην σειρά και οι γυναίκες περνούσαν και μας έδιναν κόλλυβα  και “τσουρουλάκια” και πεινασμένα εμείς συγχωράγαμε μέσα από την ψυχή μας τους πεθαμένους.

Αυτή η διδασκαλία της Εκκλησίας μας και η καλή συνήθεια διατηρείται σήμερα στην Ηλεία με τις χρηματικές προσφορές των συγγενών των κεκοιμημένων υπέρ ευαγών σκοπών της Μητροπόλεώς μας, προσφοράς γευμάτων εις τα Γηροκομεία μας κ.λ.π. Διάβασε και την Ευαγγελική  περικοπή· Ματθαίου ΚΕ  31-46.

Χαίρονται ή λυπούνται οι νεκροί;

ΝΑΙ και χαίρονται και λυπούνται, αναλόγως πως έζησαν εδώ. Αν εδώ έζησαν μέσα στην Εκκλησία, κοντά στον Χριστό τηρούντες το θέλημά Του, θα είναι και εκεί κοντά στον Κύριο, στον Παράδεισο και θα χαίρωνται. Αν εδώ έζησαν μακρυά από τον Χριστόν και την Εκκλησία μας, δεν τηρούσαν το θέλημά Του και έζησαν στο ηθικό σκοτάδι, και εκεί θα είναι μακρυά από τον Χριστό, στο σκοτάδι της κολάσεως και ασφαλώς θα λυπούνται. Διάβασε και την ευαγγελική περικοπή: Λουκά ΙΣΤ  19-31.

Γιατί οι νεκροί έρχονται στα όνειρά μας;

Ως είναι γνωστόν οι ψυχές των ανθρώπων ζουν και μετά τον θάνατον. Οι μεν ψυχές των δικαίων προαπολαμβάνοντας την χαρά του Παραδείσου, οι δε των αδίκων προαπολαμβάνοντας τον πόνον της κολάσεως. Έτσι ο  Θεός είναι δυνατόν, κάποτε  και δια τον λόγον που αυτός γνωρίζει, πάντοτε βέβαια προς σωτηρίαν μας, να επιτρέψη σε μια ψυχή να έλθη σε κάποιο συγγενή της και να του μεταφέρη κάποιο θεϊκό μήνυμα. Τέτοια μηνύματα του Θεού “κατ’ όναρ” έχουμε και στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη.

Όμως τα όνειρα θέλουν ιδιαίτερη και μεγάλη προσοχή. Γιατί με αυτά παραπλανάει πολλούς ο Σατανάς. Ο Πνευματικός μας μπορεί ίσως να μας βοηθήση στην ερμηνεία τους και να μας συμβουλεύση σχετικώς. Γενικά καλόν είναι να μη δίνουμε σημασία στα όνειρα, γιατί τα περισσότερα είναι αποτελέσματα αυτού που λέει ο λαός μας·  “Ο πεινασμένος στον ύπνο του βλέπει καρβέλια”.

Ταφή ή καύσις των νεκρών;

Ο Σεβ. Μητροπολίτης Ηλείας κ. Γερμανός, ερωτηθείς από δημοσιογράφο της Εφημερίδος ΠΑΤΡΙΣ Πύργου, απάντησε ως εξής σχετικά με το θέμα ταφή ή καύσις των σωμάτων των νεκρών ανθρώπων:

Οι Έλληνες από αρχαιοτάτων χρόνων ήσαν υπέρ της ταφής των νεκρών, δια να δείχνουν τον σεβασμόν τους στον όλον άνθρωπον, αλλά και την πίστιν τους στην μετά θάνατον ζωήν. Δια τούτο έθαπταν τους νεκρούς τους σε θολωτούς τάφους (ίδετε τους βασιλικούς τάφους στις Μυκήνες και τους εις την Ηλείαν θολωτούς τάφους), κατά την ταφήν τους έβαζαν τα διάφορα κτερίσματα (κτένες, ρόκες, σπαθιά κ.λ.π.) καθώς και ένα δίδραχμο στο στόμα, για να το βρη ο βαρκάρης να περάση τον νεκρόν από την αχερωσία λίμνη. Δια τούτο οι Αθηναίοι μετά τον ατυχή πόλεμο στην Σικελία, όταν επέστρεψαν οι στρατηγοί, χωρίς τα σώματα των φονευθέντων, αποκεφάλισαν τους στρατηγούς. Και η Αντιγόνη με κίνδυνο της ζωής της παρέβη την εντολήν και έθαψε το σώμα του νεκρού Αδελφού της.

Ταφή έκαναν συνήθως και όλοι οι αρχαίοι Λαοί (Αιγύπτιοι, Ρωμαίοι, Εβραίοι κ.λ.π.).

Η ταφή των νεκρών σωμάτων των ανθρώπων είναι και στην παράδοσι της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Έτσι ετάφη το Σώμα του Θεανθρώπου Κυρίου, της Θεοτόκου και όλων των αγίων μας. Και τούτο γιατί η Εκκλησία μας διδάσκει ότι όχι μόνον η ψυχή του ανθρώπου εδημιουργήθη από τον ίδιο τον Θεόν Δημιουργόν, αλλά και το σώμα του, δι’ ιδιαιτέρας μάλιστα δημιουργικής πράξεως (Γένεσις Α 26-31, Β 7, 18-25), αλλά και ότι ο άνθρωπος κατά την Δευτέρα Παρουσία θα αναστηθή με το σώμα και την ψηχήν του δια να ζήση εις τον αιώνα. Γι’ αυτό τα παλιά Ελληνικά Νεκροταφεία η Εκκλησία μας τα oνομάζει Κοιμητήρια και τους νεκρούς κεκοιμημένους. Η Εκκλησία μας διδάσκει ακόμη ότι το σώμα του χριστιανού ανθρώπου είναι «Ναός του Θεού» και κατοικητήριον του Παναγίου Πνεύματος και ότι ο άνθρωπος αγιάζει με την ψυχήν και το με σώμα του. Δια τούτο έχομε και τα λείψανα των αγίων μας ολόσωμα, ως του αγίου Διονυσίου Ζακύνθου, του αγίου Γερασίμου Κεφαλληνίας και του αγίου Σπυρίδωνος (από το 330 μ.Χ.). Αυτή είναι η πίστις της Εκκλησίας μας και αυτήν την πίστι παραγγέλλει να τηρούν οι χριστιανοί μας, δηλαδή την ταφή και όχι την καύσι των σωμάτων.

Βεβαίως η Εκκλησία μας εύχεται όλοι οι άνθρωποι να ασπασθούν την πίστιν της, για το ψυχικό και σωματικό καλό αυτών και όλης της ανθρωπότητος, αλλά ποτέ δεν επιβάλει την πίστιν της στους άλλους. Γι’ αυτό και δεν έχει λόγον ούτε αντιδρά στην απόφασι της Πολιτείας να ορίση ειδικά αποτεφροτήρια δι’ όσους δεν πιστεύουν στην Ορθοδοξία και θέλουν να καούν. Δικαίωμά τους. Όμως δεν μπορεί η Πολιτεία να απαγορεύση την ταφήν στους Ορθοδόξους χριστιανούς και να επιβάλη σ’ όλους μας την καύσιν των νεκρών σωμάτων μας, όπως συνήθως κάνει.

Η θέση της Οδρθοδόξου Εκκλησίας δια την Αυτοκτονία

δῶ καί δύο χιλιάδες χρόνια, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διδάσκει ὅτι ὁ αὐτόχειρας δέν κηδεύεται, ἐκτός ἄν εἶναι παράφρων, ὁπότε δέν ἔχει ὀρθή ἐπίγνωση τῶν πράξεών του. Ὅταν τά Κοιμητήρια ἀνῆκαν στήν Ἐκκλησία καί ὄχι στήν Τοπική Αὐτοδιοίκηση ὅπως σήμερα, οἱ αὐτόχειρες δέν κηδεύονταν στό Κοιμητήριο, ἀλλά ἐν σιωπῇ ἐκτός τοῦ περιβόλου του.
Αὐτή ἡ ἀντιμετώπιση τῆς Ἐκκλησίας, -πού εἶναι ἄκρως φιλάνθρωπη ὅπως θά ἐξηγήσουμε πιό κάτω- δέν ἀποτελεῖ μόνο προφορική παράδοση πού φτάνει μέχρι τούς Ἁγίους Ἀποστόλους καί τόν Χριστό, ἀλλά προκύπτει κι ἀπό τόν 14ο γραπτό Ἱερό Κανόνα τοῦ Ἁγίου Τιμόθεου Ἀλεξανδρείας πού ἔχει Οἰκουμενικό κύρος ἀφοῦ ἐπικυρώνεται μέ τόν 2ο Κανόνα τῆς ΣΤ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου! Νὰ τί λέγει ὁ ἱ. Κανόνας:

«Ἐρώτησις ΙΔ’
-Ἐὰν τὶς μὴ ἔχων ἑαυτὸν χειρίσηται, ἢ κριμνήση ἑαυτόν, εἰ γίνεται προσφορὰ περὶ αὐτοῦ ἢ οὔ;
Ἀπόκρισις
-Ὑπὲρ αὐτοῦ διακρῖναι ὁ Κληρικὸς ὀφείλει, εἰ τὸ ἀληθὲς ἔκφρων ὤν, πεποίηκε τοῦτο. Πολλάκις γὰρ οἱ διαφέροντες τῷ πεπονθότι, θέλοντες τυχεῖν τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ὑπὲρ αὐτοῦ εὐχῆς, καταψεύδονται καὶ λέγουσιν, ὅτι οὐκ εἶχεν ἑαυτόν. Ἐνίοτε δὲ ὑπὸ ἐπηρείας ἀνθρώπων ἢ ἄλλως πως ἀπὸ ὀλιγωρίας πεποίηκε τοῦτο, καὶ οὐ χρὴ προσφορὰν ἐπάνω αὐτοῦ γενέσθαι· αὐτοφονευτής γὰρ ἑαυτοῦ ἐστι. Δεῖ οὖν πάντως τὸν Κληρικὸν μετὰ ἀκριβείας ἐρευνῆσαι, ἵνα μὴ ὑπὸ κρίμα πέση»
Καὶ ἡ ἑρμηνεία τοῦ ἱ. Κανόνα: «Ἐρώτηση 14. Ἂν κάποιος ποῦ δὲν ἔχει τὰ λογικά του αὐτοκτονήσει ἢ πέσει σὲ γκρεμό, γίνεται λειτουργία γι’ αὐτὸν ἢ ὄχι; Ἀπάντηση: Ὁ κληρικὸς πρέπει νὰ ξεχωρίσει σχετικὰ μ’ αὐτὸν ἂν τὸ ἔχει κάνει αὐτό, ἐπειδὴ ἦταν πραγματικὰ ἐκτὸς ἑαυτοῦ. Γιατί πολλὲς φορὲς οἱ συγγενεῖς του σκοτωμένου θέλοντας νὰ ἐπιτύχουν τὴ λειτουργία καὶ τὴν προσευχὴ γι’ αὐτόν, λένε ψέματα ὅτι δὲν εἶχε τὰ λογικά του. Σὲ κάποιες περιπτώσεις αὐτὸ τὸ ἔχει κάνει ἐπειδὴ ἐπηρεάστηκε ἀπὸ ἀνθρώπους ἢ σὲ ἄλλες περιπτώσεις ἐπειδὴ ἐπηρεάστηκε ἀπὸ ἀνθρώπους ἢ σὲ ἄλλες περιπτώσεις ἐπειδὴ λιγοψύχησε καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ γίνεται λειτουργία γι’ αὐτόν· γιατί εἶναι φονιὰς τοῦ ἑαυτοῦ του. Πρέπει λοιπὸν ὁ κληρικὸς νὰ ἐξετάσει μὲ ἀκρίβεια γιὰ νὰ μὴν ἁμαρτήσει»1
Ἐν ὀλίγοις:
  • Ἄν κάποιος δέν ἔχει τά λογικά του κι αὐτοκτονήσει, ὁ κληρικός ἐπιβάλλεται νά ἐρευνήσει ἄν πράγματι εἶναι ἔτσι, γιατί πολλές φορές οἱ συγγενεῖς τοῦ ἀποθανόντος προκειμένου νά ἐπιτύχουν τήν κήδευσή του, λένε ψέμματα!
  • Ἄν ὅμως εἶχε τά λογικά του, δέν ἀποτελεῖ δικαιολογία γιά νά αὐτοκτονήσει, ὅτι ἐπηρεάστηκε ἀπό ἄλλους ἤ λιγοψύχησε ἀπό τίς δυσκολίες τῆς ζωῆς. Σέ αὐτήν τήν περίπτωση ἔχει διαπράξει φόνο καί μάλιστα τοῦ ἴδιου τοῦ ἑαυτοῦ του!
Ὁ κληρικός πρέπει νά ξεχωρίσει τίς δύο αὐτές περιπτώσεις, εἰδάλλως κινδυνεύει νά ἁμαρτήσει!
Ἑπομένως, σύμφωνα μέ τούς Ἱερούς Κανόνες, ἡ αὐτοκτονία ἀποτελεῖ θανάσιμο ἁμάρτημα! Ἀποτελεῖ κατάφορη βλασφημία κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ὁ Χριστός εἶχε ἐξαγγείλει ξεκάθαρα, ὅτι ἡ βλασφημία κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δέ συγχωρεῖται οὔτε στόν παρόντα αἰώνα, οὔτε στόν μέλλοντα! Ὡς ἔσχατο μέσο δυσωπήσεως τοῦ Θεοῦ καί προστασίας τῶν ὑπόλοιπων μελῶν τῆς Ἐκκλησίας ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία ὁρίζει ὅτι ὁ αὐτόχειρας δέν πρέπει νά κηδεύεται!
Οἱ τελετές τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι τυπικά «κοινωνικά γεγονότα» κι οὔτε λειτουργοῦν «μαγικά». Ἐπίσης καί οἱ σωτήριοι γιά τίς ψυχές Ἱεροί Κανόνες της, εἶναι διαχρονικοί καί αἰώνιοι καί δέν προσαρμόζονται στίς μόδες τῶν ἐποχῶν καί στά προσωπικά θελήματα τοῦ καθενός. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες μέ τή μή κήδευση τοῦ αὐτόχειρος, δείχνουν πραγματική ἀγάπη καί δέν μποροῦν νά συμπλεύσουν μέ τήν σύγχρονη ὑποκριτική «ἀγαπολογία». Δέν εἶναι ὅπως πιστεύεται ἀπό πολλούς σκληροί, αὐστηροί κ.α. Τό ἀκριβῶς ἀντίθετο συμβαίνει, δηλαδή δείχνουν ὕψιστη ἀγάπη, γιά τούς ἑξῆς λόγους:
  1. Ἀποτρέπουν ἀπό τήν ἁμαρτία τῆς βλασφημίας κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία δέν συγχωρεῖται, χωρίζει τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό καί τόν κολάζει αἰώνια.
  2. Ἀποτρέπουν τόν φόνο καί τήν στέρηση τοῦ θεόσδοτου – πολύτιμου δώρου τῆς ζωῆς, πού ὅσες δυσκολίες καί ἄν συνεπάγεται, ὅμως παρέχει πάντα πολύτιμο χρόνο μετανοίας πρός αἰώνια σωτηρία.
  3. Ἀποτρέπουν τούς ἠθικούς αὐτουργούς-ἀποδέκτες-ὑποστηρικτές τῆς αὐτοκτονίας. Πῶς θά ὑποχρεωθεῖ νά ψάλλει ἡ Ἐκκλησία: «μακαρία ἡ ὁδός ᾗ πορεύη σήμερον», ὅταν ἡ πορεία πού διάλεξε ὁ αὐτόχειρας μόνο μακαρία ( εὐτυχής ) δέν ἦταν! Πῶς θά διαβαστοῦν προσευχές πού θά ἠχοῦν ψεύτικες, φαρισαϊκές καί προκλητικές στά ὧτα τοῦ Θεοῦ, ὅπως: «ὑπέρ ἀναπαύσεως τοῦ κεκοιμημένου δούλου τοῦ Θεοῦ…» ( ἀφοῦ ὁ αὐτόχειρας ἀρνήθηκε τόν Κύριό του καί τό δῶρο τῆς ζωῆς πού τοῦ χάρισε ), ἤ «Σύ εἶ ἡ ἀνάστασις τοῦ κεκοιμημένου δούλου Σου…» ( ἀφοῦ ὁ αὐτόχειρας δέν ἤθελε τή ἐν Χριστῷ ζωή, θά θέλει τήν ἐν Χριστῷ ἀνάστασή του σ’ αὐτήν; ), ἤ «ἐπεπόθησεν ἡ ψυχή μου τοῦ ἐπιθυμῆσαι τά κρίματά Σου ἐν παντί καιρῷ», ἤ «ἀθυμία κατέσχε με ἀπό ἁμαρτωλῶν τῶν ἐγκαταλιμπανόντων τό νόμο Σου» ( ἀφοῦ παραβλέπουμε τά κρίματα καί τό νόμο τοῦ Θεοῦ καί ἐπιθυμοῦμε νά ἐπιβάλλουμε τά δικά μας θελήματα ) κλπ.
  4. Ἐνδυναμώνουν τούς ἀνθρώπους γιά τήν ἀντιμετώπιση τῆς ὅποιας δυσκολίας μέ τρόπους πνευματικούς καί σωτήριους! Ἡ αὐτοκτονία ἀντίθετα, εἶναι ὁριστικός-αἰώνιος ὄλεθρος καί ὄχι λύση!
Ὁ πνευματικός λόγος πού δέν πρέπει νά ἐπιτελεῖται νεκρώσιμος ἀκολουθία στόν αὐτόχειρα εἶναι ὁ ἑξῆς:
Ἡ κοινωνική περιφρόνηση τοῦ νεκροῦ, ἐμπεριέχει σιωπηλή προσευχή καί ταπείνωση, οἱ ὁποῖες ἕλκουν τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἀκόμη καί οἱ μεταθανάτιες ταπεινώσεις μποροῦν νά βοηθήσουν τήν ψυχή στήν ἀπολογία της ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ὑπάρχουν πολλές μαρτυρίες Ἁγίων, Πατέρων, Γερόντων, ὅπου ζητοῦσαν νά μήν τούς θάψουν μέ τιμές, νά τούς πετάξουν, νά τούς καταφρονήσουν, νά τούς ἀφήσουν νά τούς φᾶνε τά ἄγρια ζῶα ἤ νά τούς θάψουν σέ ἄγνωστες τοποθεσίες, προκειμένου καί μετά τό θάνατό τους νά παραμείνουν «ἐν ταπεινώσει» κι ἔτσι, νά «ζητιανέψουν» περισσότερο ἔλεος καί ἀγάπη ἀπό τόν Φιλάνθρωπο, Ἐλεήμονα καί Οἰκτίρμονα Θεό! Καί ἦταν Ἅγιοι!
Ἕνας μακαριστός Ἁγιορείτης Γέροντας, ὁ π. Ἄνθιμος Ἁγιαννανίτης, ὅταν ρωτήθηκε ἀπό συγγενεῖς ἑνός νεαροῦ αὐτόχειρα, ἄν πρέπει νά μνημονεύεται στή λειτουργία (γιά κηδεία οὔτε συζήτηση βέβαια) ἀπάντησε: «Νά μήν τόν μνημονεύουμε στή Λειτουργία. Εἶναι καλύτερα γιά τήν ψυχή του. Ὅταν δεῖ ὁ Πολυέλεος ὅτι δέν τόν τιμᾶμε, θά τόν ἐλεήσει ὁ Ἴδιος, ἐνῶ ὅταν ἐμεῖς τόν τιμᾶμε, δέν θά τόν ἐλεήσει Αὐτός…»2.

Ξέρετε πότε πρέπει να κάνουμε τον σταυρό μας στην εκκλησία;

Τη Μεγάλη Εβδομάδα οι ιεροί ναοί γεμίζουν από πιστούς, οι οποίοι θα μπουν να ανάψουν ένα κεράκι και να προσευχηθούν.
Αρκετοί πιστοί κατά την ώρα των ακολουθιών στους ιερούς ναούς κάνουν τον Σταυρό τους σε στιγμές που δεν είναι απαραίτητο, ενώ αγνοούν εκείνες που θα έπρεπε.

Κάνουμε τον σταυρό μας:
1. Μόλις ανάψουμε το κερί μας.
2. Όταν μπαίνουμε στους Ιερούς Ναούς και όταν βγαίνουμε από αυτούς.
3. Στην αρχή κάθε ακολουθίας.
4. Σε κάθε Τριαδική εκφώνηση, δηλαδή κάθε φορά που θα λέγεται ή θα ψάλλεται το: «Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι», η όταν ακούγεται το «… του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος…».
5. Σε κάθε εκφώνηση της Παναγίας: «Της Παναγίας, αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου, Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας…» που υπάρχει στα Ειρηνικά, Πληρωτικά και Μικρές Συναπτές.
6. Στα Απολυτίκια ή Τροπάρια όταν και όπου ακούγεται το όνομα του Αγίου ή της Αγίας της ημέρας, του Ναού κλπ.
7. Στον Όρθρο, όταν ψάλλεται, επαναλαμβανόμενο, το Μεγαλυνάριο της Παναγίας: «Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ…». Το σταυρό μας είναι προτιμότερο να τον κάνουμε , όταν φθάνει η ψαλμωδία στο: «…την όντως Θεοτόκον …», για να τονίζεται η πίστη ότι εγέννησε Θεόν.
8. Στη Μικρή και Μεγάλη Είσοδο, όταν περνούν από μπροστά μας το Ευαγγέλιο και τα Τίμια Δώρα.
9. Στον Τρισάγιο Ύμνο: «Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς».
10. Στο «Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν…» το οποίο επαναλαμβάνεται τρις. Μαζί με το σταυρό μας σ’ αυτήν την περίπτωση κάνουμε κάθε φορά και μία μικρή μετάνοια.
11. Πριν από το τέλος του Εσπερινού, όταν ο Ιερέας λέγει το «Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου…».
12. Στις απολύσεις των ακολουθιών (Εσπερινού, Όρθρου και λοιπών ακολουθιών), καθώς και στην απόλυση της Θείας Λειτουργίας.
13. Κάθε άλλη φορά, κατά τις διάφορες αιτήσεις του Ιερέα , εφ’ όσον αυτό αναπαύει ή ευχαριστεί τον πιστό.
14. Όταν προσκυνούμε τις άγιες Εικόνες ή άγια Λείψανα.
15. Πριν κοινωνήσουμε και μετά τη Θεία Κοινωνία.

ΔΕΝ κάνουμε τον σταυρό μας:

1. Όταν μας θυμιάζει ο Ιερέας. Στις περιπτώσεις αυτές αντί σταυρού, κάνουμε μια υπόκλιση της κεφαλής ευχαριστούντες τον Ιερέα για την τιμή που μας κάνει: Μετά τις άγιες Εικόνες να θυμιάζει και εμάς, ως εικόνες του Θεού! Εάν καθόμαστε, πρέπει να σηκωνόμαστε.
2. Όταν στην αρχή του Όρθρου αναγινώσκεται ο Εξάψαλμος. Το σταυρό μας μπορούμε να κάνουμε στην αρχή και στο τέλος του Εξάψαλμου. Σ’ όλη όμως τη διάρκεια αυτού, ακόμη και στο μέσον του, όταν λέγουμε τα «Δόξα… Και νυν… Αλληλούια…» ΔΕΝ κάνουμε το σταυρό μας, αλλά παρακολουθούμε «εν πάση σιωπή και κατανύξει» τον Αναγνώστη, ο οποίος «μετ’ ευλαβείας και φόβου Θεού», διαβάζει τον Εξάψαλμο. Διότι ο χρόνος αυτός της αναγνώσεως προεικονίζει το χρόνο της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου, κατά τη διάρκεια του οποίου με φόβο και τρόμο θα αναμένουμε την τελική κρίση Του για εμάς. Και, όπως τότε, έτσι και τώρα θα πρέπει σιωπώντες, όρθιοι, ακίνητοι, χωρίς μετακινήσεις η, προπαντός, χωρίς και τους παραμικρούς θορύβους, να παρακολουθούμε την ανάγνωση αυτή. (Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στις εσπερινές ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας, οι οποίες είναι ο Όρθρος της επομένης. Διότι τότε, αφηρημένοι, μπαίνουμε στους Ναούς χωρίς να προσέχουμε, εάν εκείνη την ώρα διαβάζεται ο Εξάψαλμος. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να παραμένουμε ακίνητοι στην είσοδο του Κυρίως Ναού και μετά το πέρας της αναγνώσεως να μετακινούμαστε για να καταλάβουμε τη θέση μας).
3. Όταν φιλάμε το χέρι Ιερωμένου. Η συνήθεια ορισμένων να κάνουν το σταυρό τους πριν φιλήσουν το χέρι του Επισκόπου ή Ιερέα ή οποιουδήποτε ρασοφόρου είναι λανθασμένη. Το σταυρό μας τον κάνουμε, όταν ασπαζόμαστε τις άγιες Εικόνες και όχι όταν ασπαζόμαστε το χέρι του Ιερωμένου. Όταν λοιπόν πρόκειται να επικοινωνήσουμε ή να συναντηθούμε με Ιερωμένο, μπορούμε να πούμε «Ευλόγησον, Δέσποτα ή Πάτερ» ή «Την ευχή σας, Σεβασμιώτατε ή Άγιε Καθηγούμενε ή Πάτερ και κάνοντας μία μικρή υπόκλιση της κεφαλής να ασπαστούμε το δεξί του χέρι, οπότε συνεχίζουμε το διάλογο μαζί του, όπως επιθυμεί ο καθένας. Το ίδιο κάνουμε και φεύγοντας από κοντά του. Λέμε, «Την ευχή σας ή Ευλογείτε, Πάτερ», κάνουμε μικρή υπόκλιση, προτείνοντας τις παλάμες μας σταυροειδώς, ασπαζόμαστε τη δεξιά του και φεύγουμε.
4. Όταν λαμβάνουμε το αντίδωρο από το χέρι του Ιερέα, το οποίο (χέρι) στη συνέχεια το ασπαζόμαστε.
ΠΗΓΗ “Λατρευτικό Εγχειρίδιο», σελ. 168 & 171 του π. Γεωργίου Κουγιουμτζόγλου/ΔΟΓΜΑ